Ἰσθμία — Ἰσθμίᾱ , Ἴσθμιος fem nom/voc/acc dual Ἰσθμίᾱ , Ἴσθμιος fem nom/voc sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἰσθμία — ἰσθμίᾱ , ἴσθμιος of fem nom/voc/acc dual ἰσθμίᾱ , ἴσθμιος of fem nom/voc sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Ἴσθμια — neut nom/voc/acc pl Ἴσθμιος neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἴσθμια — neut nom/voc/acc pl ἴσθμιον anything belonging to the neck neut nom/voc/acc pl ἴσθμιος of neut nom/voc/acc pl ἴσθμιος of neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Ισθμία — Sp Istmijà Ap Ισθμία/Isthmia L C Graikija … Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė
Ίσθμια — τα πανελλήνια γιορτή με αγώνες που γίνονταν στον Ισθμό της Κορίνθου την αρχαία εποχή … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
ἴσθμι' — ἴσθμια , Ἴσθμια neut nom/voc/acc pl ἴσθμια , ἴσθμιον anything belonging to the neck neut nom/voc/acc pl ἴσθμια , ἴσθμιος of neut nom/voc/acc pl ἴσθμια , ἴσθμιος of neut nom/voc/acc pl ἴσθμιε , ἴσθμιος of masc voc sg ἴσθμιε , ἴσθμιος of masc/fem… … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Ἴσθμι' — Ἴσθμια , Ἴσθμια neut nom/voc/acc pl Ἴσθμια , Ἴσθμιος neut nom/voc/acc pl Ἴσθμιε , Ἴσθμιος masc voc sg Ἴσθμιε , Ἴσθμιος masc voc sg Ἴσθμιαι , Ἴσθμιος fem nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Ἰσθμίας — Ἰσθμίᾱς , Ἴσθμιος fem acc pl Ἰσθμίᾱς , Ἴσθμιος fem gen sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἰσθμίας — ἰσθμίᾱς , ἴσθμιος of fem acc pl ἰσθμίᾱς , ἴσθμιος of fem gen sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)